ανασφάλεια
•
- η έλλειψη αισθήματος ασφάλειας, σιγουριάς Βικιλεξικό
- Δεν νομίζω ότι υπάρχει συγγραφέας που δεν αντιλαμβάνεται αυτή την πρόκληση επαναγραφής σαν βάλσαμο στην ανασφάλειά του και σαν απόδειξη του ότι τα βιβλία είναι ζωντανά πλάσματα που εξελίσσονται και αποζητούν τη φροντίδα των αναγνωστών, των εκδοτών, των συγγραφέων τους.
- η φυσιολογική ανασφάλεια ενός μικρού παιδιού
- η παθολογική ανασφάλεια
- λαϊκότροπο, στον πληθυντικό Βικιλεξικό
- Ένα ποσοστό ηγετών, όταν σιγουρέψουν την εκλογική τους νίκη και απαλλαγούν από ανασφάλειες και βασανιστικές σκέψεις αυτοϋποτίμησης, παύουν πια «να ακούνε», κι ας ήταν πριν πολύ ανοιχτοί. (Μίμης Ανδρουλάκης, Ε, Πρόεδρε!, , 2012)
Ετυμολογία
ανασφάλεια < (καθαρεύουσα) ἀνασφάλεια < (καθαρεύουσα) ἀνασφαλής < (ελληνιστική κοινή) ἀνασφαλής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανασφάλεια | ανασφάλειες |
| Γενική | ανασφάλειας | ανασφαλειών |
| Αιτιατική | ανασφάλεια | ανασφάλειες |
| Κλητική | ανασφάλεια | ανασφάλειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →