ανασφαλής
•
- που δεν έχει σιγουριά, αισθάνεται εύκολα απειλή ή και φόβο (για άνθρωπο) Βικιλεξικό
- Είναι ανασφαλής και δεν διεκδικεί ποτέ αύξηση ή έστω λίγες μέρες αδείας παραπάνω, αφού σκοτώνεται στη δουλειά
- που δεν εμπνέει τη σιγουριά και ίσως είναι επικίνδυνο, που δεν είναι απόλυτα ασφαλές Βικιλεξικό
- που προκαλεί μια ενέργεια ή ένα συναίσθημα από ανασφάλεια Βικιλεξικό
- η ανασφαλής προσκόλληση του βρέφους στη μητέρα
Ετυμολογία
ανασφαλής < (λόγιο) (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀνασφαλής (αβέβαιος). Συγχρονικά αναλύεται σε στερητικό α- + ασφάλεια, σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική insecure
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανασφαλής | ανασφαλής | ανασφαλές |
| Γενική | ανασφαλούς | ανασφαλούς | ανασφαλούς |
| Αιτιατική | ανασφαλή | ανασφαλή | ανασφαλές |
| Κλητική | ανασφαλή / ανασφαλής | ανασφαλής | ανασφαλές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανασφαλείς | ανασφαλείς | ανασφαλή |
| Γενική | ανασφαλών | ανασφαλών | ανασφαλών |
| Αιτιατική | ανασφαλείς | ανασφαλείς | ανασφαλή |
| Κλητική | ανασφαλείς | ανασφαλείς | ανασφαλή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →