ασφάλεια
•
- το να νιώθει κάποιος ότι είναι ασφαλής απέναντι σε κινδύνους Βικιλεξικό
- η οικογένεια μπορεί να προσφέρει το αίσθημα της ασφάλειας στα μέλη της
- η τήρηση της δημόσιας τάξης Βικιλεξικό
- σώματα ασφαλείας
- με κεφαλαίο αρχικόπαράρτημα της αστυνομίας το οποίο στελεχώνεται από αστυνομικούς με πολιτική περιβολή (μη ένστολους) με σκοπό τις παρακολουθήσεις υπόπτων Βικιλεξικό
- Ένα μεσημέρι ήρθε η Ασφάλεια και δήλωσε πως θα κάνει έρευνα. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- η διατήρηση της ειρήνης Βικιλεξικό
- το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ
- η έλλειψη σφάλματος, η βεβαιότητα Βικιλεξικό
- μπορεί κανείς να συμπεράνει με σχετική ασφάλεια ότι ...
- ασφαλιστική εταιρεία, εταιρεία που ασφαλίζει τους πελάτες της έναντι κινδύνων, εισπράττει από αυτούς ασφάλιστρα και τους αποζημιώνει αν υποστούν κάποια βλάβη για την οποία έχουν ασφαλιστεί Βικιλεξικό
- το ασφαλιστικό συμβόλαιο που έχει υπογράψει ένας ασφαλισμένος με την ασφαλιστική εταιρεία Βικιλεξικό
- μηχανισμός που προστίθεται σε ένα ηλεκτρικό δίκτυο και προστατεύει από υπερβολική τάση Βικιλεξικό
- μηχανισμός που προστατεύει μια συσκευή, ένα όπλο, μια εγκατάσταση από ατύχημα, υπερφόρτωση, τυχαία εκπυρσοκρότηση κλπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασφάλεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀσφάλεια < ἀσφαλής : παροχή προστασίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sécurité, sûreté : σχετικά με ασφαλιστική κάλυψη < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική insurance & γαλλική assurance
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασφάλεια | ασφάλειες |
| Γενική | ασφάλειας / ασφαλείας | ασφαλειών |
| Αιτιατική | ασφάλεια | ασφάλειες |
| Κλητική | ασφάλεια | ασφάλειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →