Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανασχηματίζω

ρήμα
•
  1. διαμορφώνω εκ νέου, ξανασχηματίζω, ανασυντάσσω, κρατώ μερικά βασικά στοιχεία αλλά δημιουργώ νέο σύνολο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανασχηματίζω < λόγια λέξη της καθαρεύουσας άνασχηματίζω < άνά και σχηματίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανασχηματίζωανασχηματίζειςανασχηματίζειανασχηματίζουμεανασχηματίζετεανασχηματίζουν / ανασχηματίζουνε
Παρατατικόςανασχημάτιζαανασχημάτιζεςανασχημάτιζεανασχηματίζαμεανασχηματίζατεανασχημάτιζαν / ανασχηματίζαν / ανασχηματίζανε
Αόριστοςανασχημάτισαανασχημάτισεςανασχημάτισεανασχηματίσαμεανασχηματίσατεανασχημάτισαν / ανασχηματίσαν / ανασχηματίσανε
Μέλλονταςθα ανασχηματίζω / θα ανασχηματίσωθα ανασχηματίζεις / θα ανασχηματίσειςθα ανασχηματίζει / θα ανασχηματίσειθα ανασχηματίζουμε / θα ανασχηματίσουμεθα ανασχηματίζετε / θα ανασχηματίσετεθα ανασχηματίζουν / θα ανασχηματίζουνε / θα ανασχηματίσουν / θα ανασχηματίσουνε
Παρακείμενοςέχω ανασχηματίσειέχεις ανασχηματίσειέχει ανασχηματίσειέχουμε ανασχηματίσειέχετε ανασχηματίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ανασχηματίσειείχες ανασχηματίσειείχε ανασχηματίσειείχαμε ανασχηματίσει——
Υποτακτικήνα έχω ανασχηματίσει / να ανασχηματίζω / να ανασχηματίσωνα έχεις ανασχηματίσει / να ανασχηματίζεις / να ανασχηματίσειςνα έχει ανασχηματίσει / να ανασχηματίζει / να ανασχηματίσεινα έχουμε ανασχηματίσει / να ανασχηματίζουμε / να ανασχηματίσουμενα έχετε ανασχηματίσει / να ανασχηματίζετε / να ανασχηματίσετενα ανασχηματίζουν / να ανασχηματίζουνε / να ανασχηματίσουν / να ανασχηματίσουνε
Προστακτική—ανασχημάτιζε / ανασχημάτισε——ανασχηματίζετε / ανασχηματίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →