ανατίμηση
•
- οικονομίαη αύξηση της τιμής ενός προϊόντος, μιας υπηρεσίας κ.λπ. Βικιλεξικό
- οικονομίαο καθορισμός της αξίας ενός νομίσματος σε υψηλότερο επίπεδο απ’ ό,τι πριν Βικιλεξικό
- Η ανατίμηση της δραχμής αναμένεται να έχει θετικό αντίκτυπο, κυρίως από ψυχολογικής πλευράς, στην πορεία της αγοράς βραχυχρόνια. (*)
Ετυμολογία
ανατίμηση < ανατιμώ + -ση < αρχαία ελληνική ἀνατιμάω / ἀνατιμῶ < τιμάω / τιμῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανατίμηση | ανατιμήσεις |
| Γενική | ανατίμησης | ανατιμήσεων |
| Αιτιατική | ανατίμηση | ανατιμήσεις |
| Κλητική | ανατίμηση | ανατιμήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →