ανατιμώ
•
- οικονομίαανεβάζω την τιμή, την αυξάνω, κάνω ανατίμηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανατιμώ < αρχαία ελληνική ἀνατιμάω / ἀνατιμῶ < τιμάω / τιμῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανατιμάω / ανατιμώ | ανατιμάς | ανατιμά / ανατιμάει | ανατιμάμε / ανατιμούμε | ανατιμάτε | ανατιμάν / ανατιμάνε / ανατιμούν / ανατιμούνε |
| Παρατατικός | ανατιμούσα | ανατιμούσες | ανατιμούσε | ανατιμούσαμε | ανατιμούσατε | ανατιμούσαν / ανατιμούσανε |
| Αόριστος | ανατίμησα | ανατίμησες | ανατίμησε | ανατιμήσαμε | ανατιμήσατε | ανατίμησαν / ανατιμήσαν / ανατιμήσανε |
| Μέλλοντας | θα ανατιμάω / θα ανατιμήσω / θα ανατιμώ | θα ανατιμάς / θα ανατιμήσεις | θα ανατιμά / θα ανατιμάει / θα ανατιμήσει | θα ανατιμάμε / θα ανατιμήσουμε / θα ανατιμούμε | θα ανατιμάτε / θα ανατιμήσετε | θα ανατιμάν / θα ανατιμάνε / θα ανατιμήσουν / θα ανατιμήσουνε / θα ανατιμούν / θα ανατιμούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανατιμήσει | έχεις ανατιμήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανατιμήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανατιμήσει / να ανατιμάω / να ανατιμήσω / να ανατιμώ | να έχεις ανατιμήσει / να ανατιμάς / να ανατιμήσεις | να ανατιμά / να ανατιμάει / να ανατιμήσει | να ανατιμάμε / να ανατιμήσουμε / να ανατιμούμε | να ανατιμάτε / να ανατιμήσετε | να ανατιμάν / να ανατιμάνε / να ανατιμήσουν / να ανατιμήσουνε / να ανατιμούν / να ανατιμούνε |
| Προστακτική | — | ανατίμα / ανατίμαγε / ανατίμησε | — | — | ανατιμάτε / ανατιμήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →