ανατολίζω
•
- αρχαιολογίαμιμούμαι (θεματολογικά, μορφολογικά, τεχνοτροπικά) την τέχνη της Εγγύς Ανατολής και της Αιγύπτου (για φάση της αρχαϊκής ελληνικής τέχνης (8ος–7ος αι. π.Χ.) που χαρακτηρίζεται από έντονη αφομοίωση διακοσμητικών και θεματικών στοιχείων από τον κόσμο της Εγγύς Ανατολής και της Αιγύπτου) Βικιλεξικό
- εμφανίζω επιρροές ή υιοθετώ χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε πολιτισμικά πρότυπα της Εγγύς ή Μέσης Ανατολής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανατολίζω < ανατολή + -ίζω (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Orientalize)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανατολίζω | ανατολίζεις | ανατολίζει | ανατολίζουμε | ανατολίζετε | ανατολίζουν / ανατολίζουνε |
| Παρατατικός | ανατόλιζα | ανατόλιζες | ανατόλιζε | ανατολίζαμε | ανατολίζατε | ανατολίζαν / ανατολίζανε / ανατόλιζαν |
| Αόριστος | ανατόλισα | ανατόλισες | ανατόλισε | ανατολίσαμε | ανατολίσατε | ανατολίσαν / ανατολίσανε / ανατόλισαν |
| Μέλλοντας | θα ανατολίζω / θα ανατολίσω | θα ανατολίζεις / θα ανατολίσεις | θα ανατολίζει / θα ανατολίσει | θα ανατολίζουμε / θα ανατολίσουμε | θα ανατολίζετε / θα ανατολίσετε | θα ανατολίζουν / θα ανατολίζουνε / θα ανατολίσουν / θα ανατολίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανατολίσει | έχεις ανατολίσει | έχει ανατολίσει | έχουμε ανατολίσει | έχετε ανατολίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανατολίσει | είχες ανατολίσει | είχε ανατολίσει | είχαμε ανατολίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανατολίσει / να ανατολίζω / να ανατολίσω | να έχεις ανατολίσει / να ανατολίζεις / να ανατολίσεις | να έχει ανατολίσει / να ανατολίζει / να ανατολίσει | να έχουμε ανατολίσει / να ανατολίζουμε / να ανατολίσουμε | να έχετε ανατολίσει / να ανατολίζετε / να ανατολίσετε | να ανατολίζουν / να ανατολίζουνε / να ανατολίσουν / να ανατολίσουνε |
| Προστακτική | — | ανατόλιζε / ανατόλισε | — | — | ανατολίζετε / ανατολίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →