ανατυπώνω
•
- τυπώνω ξανά ένα βιβλίο ή άλλο έντυπο χωρίς ουσιώδεις αλλαγές στο περιεχόμενό του, παραμένοντας πιστός στην προηγούμενη έκδοσή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανατυπώνω < ελληνιστική κοινή ἀνατυπόω / ἀνατυπῶ < αρχαία ελληνική τυπόω / τυπῶ < τύπος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανατυπώνω | ανατυπώνεις | ανατυπώνει | ανατυπώνουμε | ανατυπώνετε | ανατυπώνουν / ανατυπώνουνε |
| Παρατατικός | ανατύπωνα | ανατύπωνες | ανατύπωνε | ανατυπώναμε | ανατυπώνατε | ανατυπώναν / ανατυπώνανε / ανατύπωναν |
| Αόριστος | ανατύπωσα | ανατύπωσες | ανατύπωσε | ανατυπώσαμε | ανατυπώσατε | ανατυπώσαν / ανατυπώσανε / ανατύπωσαν |
| Μέλλοντας | θα ανατυπώνω / θα ανατυπώσω | θα ανατυπώνεις / θα ανατυπώσεις | θα ανατυπώνει / θα ανατυπώσει | θα ανατυπώνουμε / θα ανατυπώσουμε | θα ανατυπώνετε / θα ανατυπώσετε | θα ανατυπώνουν / θα ανατυπώνουνε / θα ανατυπώσουν / θα ανατυπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανατυπώσει | έχεις ανατυπώσει | έχει ανατυπώσει | έχουμε ανατυπώσει | έχετε ανατυπώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανατυπώσει | είχες ανατυπώσει | είχε ανατυπώσει | είχαμε ανατυπώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανατυπώσει / να ανατυπώνω / να ανατυπώσω | να έχεις ανατυπώσει / να ανατυπώνεις / να ανατυπώσεις | να έχει ανατυπώσει / να ανατυπώνει / να ανατυπώσει | να έχουμε ανατυπώσει / να ανατυπώνουμε / να ανατυπώσουμε | να έχετε ανατυπώσει / να ανατυπώνετε / να ανατυπώσετε | να ανατυπώνουν / να ανατυπώνουνε / να ανατυπώσουν / να ανατυπώσουνε |
| Προστακτική | — | ανατύπωνε / ανατύπωσε | — | — | ανατυπώνετε / ανατυπώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →