Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανατύπωση

/a.naˈti.po.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ανατυπώνω Βικιλεξικό
    • Το λεξικό είναι φωτοτυπική ανατύπωση της έκδοσης του 1945. Για την ανανεωμένη έκδοση του 1960, δείτε...

Ετυμολογία

ανατύπωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνατύπω(σις) (αναπαράσταση) + -ση (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική reprinting). Μορφολογικά αναλύεται σε ανατυπώ(νω) + -ση. Συγκρίνετε με το ανατύπωμα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανατύπωσηανατυπώσεις
Γενικήανατύπωσηςανατυπώσεων
Αιτιατικήανατύπωσηανατυπώσεις
Κλητικήανατύπωσηανατυπώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →