αναχαράζω
•
- λόγιοχαράζω / σχεδιάζω εκ νέου Βικιλεξικό
- αρχαιοπρεπέςαναμασώ, μηρυκάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναχαράζω < ελληνιστική κοινή ἀναχαράσσω < αρχαία ελληνική ἀνά + χαράσσω < χάραξ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →