αναχρηματοδοτώ
•
- χρηματοδοτώ εκ νέου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναχρηματοδοτώ < ανα- + χρηματοδοτώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναχρηματοδοτώ | αναχρηματοδοτείς | αναχρηματοδοτεί | αναχρηματοδοτούμε | αναχρηματοδοτείτε | αναχρηματοδοτούν / αναχρηματοδοτούνε |
| Παρατατικός | αναχρηματοδοτούσα | αναχρηματοδοτούσες | αναχρηματοδοτούσε | αναχρηματοδοτούσαμε | αναχρηματοδοτούσατε | αναχρηματοδοτούσαν / αναχρηματοδοτούσανε |
| Αόριστος | αναχρηματοδότησα | αναχρηματοδότησες | αναχρηματοδότησε | αναχρηματοδοτήσαμε | αναχρηματοδοτήσατε | αναχρηματοδοτήσαν / αναχρηματοδοτήσανε / αναχρηματοδότησαν |
| Μέλλοντας | θα αναχρηματοδοτήσω / θα αναχρηματοδοτώ | θα αναχρηματοδοτήσεις / θα αναχρηματοδοτείς | θα αναχρηματοδοτήσει / θα αναχρηματοδοτεί | θα αναχρηματοδοτήσουμε / θα αναχρηματοδοτούμε | θα αναχρηματοδοτήσετε / θα αναχρηματοδοτείτε | θα αναχρηματοδοτήσουν / θα αναχρηματοδοτήσουνε / θα αναχρηματοδοτούν / θα αναχρηματοδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω αναχρηματοδοτήσει | έχεις αναχρηματοδοτήσει | έχει αναχρηματοδοτήσει | έχουμε αναχρηματοδοτήσει | έχετε αναχρηματοδοτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναχρηματοδοτήσει | είχες αναχρηματοδοτήσει | είχε αναχρηματοδοτήσει | είχαμε αναχρηματοδοτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναχρηματοδοτήσει / να αναχρηματοδοτήσω / να αναχρηματοδοτώ | να έχεις αναχρηματοδοτήσει / να αναχρηματοδοτήσεις / να αναχρηματοδοτείς | να έχει αναχρηματοδοτήσει / να αναχρηματοδοτήσει / να αναχρηματοδοτεί | να έχουμε αναχρηματοδοτήσει / να αναχρηματοδοτήσουμε / να αναχρηματοδοτούμε | να έχετε αναχρηματοδοτήσει / να αναχρηματοδοτήσετε / να αναχρηματοδοτείτε | να αναχρηματοδοτήσουν / να αναχρηματοδοτήσουνε / να αναχρηματοδοτούν / να αναχρηματοδοτούνε |
| Προστακτική | — | αναχρηματοδότει / αναχρηματοδότησε | — | — | αναχρηματοδοτήστε / αναχρηματοδοτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →