Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναχρηματοδοτώ

ρήμα
•
  1. χρηματοδοτώ εκ νέου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναχρηματοδοτώ < ανα- + χρηματοδοτώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναχρηματοδοτώαναχρηματοδοτείςαναχρηματοδοτείαναχρηματοδοτούμεαναχρηματοδοτείτεαναχρηματοδοτούν / αναχρηματοδοτούνε
Παρατατικόςαναχρηματοδοτούσααναχρηματοδοτούσεςαναχρηματοδοτούσεαναχρηματοδοτούσαμεαναχρηματοδοτούσατεαναχρηματοδοτούσαν / αναχρηματοδοτούσανε
Αόριστοςαναχρηματοδότησααναχρηματοδότησεςαναχρηματοδότησεαναχρηματοδοτήσαμεαναχρηματοδοτήσατεαναχρηματοδοτήσαν / αναχρηματοδοτήσανε / αναχρηματοδότησαν
Μέλλονταςθα αναχρηματοδοτήσω / θα αναχρηματοδοτώθα αναχρηματοδοτήσεις / θα αναχρηματοδοτείςθα αναχρηματοδοτήσει / θα αναχρηματοδοτείθα αναχρηματοδοτήσουμε / θα αναχρηματοδοτούμεθα αναχρηματοδοτήσετε / θα αναχρηματοδοτείτεθα αναχρηματοδοτήσουν / θα αναχρηματοδοτήσουνε / θα αναχρηματοδοτούν / θα αναχρηματοδοτούνε
Παρακείμενοςέχω αναχρηματοδοτήσειέχεις αναχρηματοδοτήσειέχει αναχρηματοδοτήσειέχουμε αναχρηματοδοτήσειέχετε αναχρηματοδοτήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αναχρηματοδοτήσειείχες αναχρηματοδοτήσειείχε αναχρηματοδοτήσειείχαμε αναχρηματοδοτήσει——
Υποτακτικήνα έχω αναχρηματοδοτήσει / να αναχρηματοδοτήσω / να αναχρηματοδοτώνα έχεις αναχρηματοδοτήσει / να αναχρηματοδοτήσεις / να αναχρηματοδοτείςνα έχει αναχρηματοδοτήσει / να αναχρηματοδοτήσει / να αναχρηματοδοτείνα έχουμε αναχρηματοδοτήσει / να αναχρηματοδοτήσουμε / να αναχρηματοδοτούμενα έχετε αναχρηματοδοτήσει / να αναχρηματοδοτήσετε / να αναχρηματοδοτείτενα αναχρηματοδοτήσουν / να αναχρηματοδοτήσουνε / να αναχρηματοδοτούν / να αναχρηματοδοτούνε
Προστακτική—αναχρηματοδότει / αναχρηματοδότησε——αναχρηματοδοτήστε / αναχρηματοδοτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →