χρηματοδοτώ
•
- παρέχω σε οργάνωση ή άτομο χρήματα για ορισμένο έργο ή σκοπό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρηματοδοτώ < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική χρηματοδοτῶ < αρχαία ελληνική χρῆμα + -δοτῶ (< δίδωμι). Μορφολογικά αναλύεται σε χρηματο- + -δοτώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρηματοδοτώ | χρηματοδοτείς | χρηματοδοτεί | χρηματοδοτούμε | χρηματοδοτείτε | χρηματοδοτούν / χρηματοδοτούνε |
| Παρατατικός | χρηματοδοτούσα | χρηματοδοτούσες | χρηματοδοτούσε | χρηματοδοτούσαμε | χρηματοδοτούσατε | χρηματοδοτούσαν / χρηματοδοτούσανε |
| Αόριστος | χρηματοδότησα | χρηματοδότησες | χρηματοδότησε | χρηματοδοτήσαμε | χρηματοδοτήσατε | χρηματοδοτήσαν / χρηματοδοτήσανε / χρηματοδότησαν |
| Μέλλοντας | θα χρηματοδοτήσω / θα χρηματοδοτώ | θα χρηματοδοτήσεις / θα χρηματοδοτείς | θα χρηματοδοτήσει / θα χρηματοδοτεί | θα χρηματοδοτήσουμε / θα χρηματοδοτούμε | θα χρηματοδοτήσετε / θα χρηματοδοτείτε | θα χρηματοδοτήσουν / θα χρηματοδοτήσουνε / θα χρηματοδοτούν / θα χρηματοδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω χρηματοδοτήσει | έχεις χρηματοδοτήσει | έχει χρηματοδοτήσει | έχουμε χρηματοδοτήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χρηματοδοτήσει | είχες χρηματοδοτήσει | είχε χρηματοδοτήσει | είχαμε χρηματοδοτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χρηματοδοτήσει / να χρηματοδοτήσω / να χρηματοδοτώ | να έχεις χρηματοδοτήσει / να χρηματοδοτήσεις / να χρηματοδοτείς | να έχει χρηματοδοτήσει / να χρηματοδοτήσει / να χρηματοδοτεί | να έχουμε χρηματοδοτήσει / να χρηματοδοτήσουμε / να χρηματοδοτούμε | να χρηματοδοτήσετε / να χρηματοδοτείτε | να χρηματοδοτήσουν / να χρηματοδοτήσουνε / να χρηματοδοτούν / να χρηματοδοτούνε |
| Προστακτική | — | χρηματοδότησε | — | — | χρηματοδοτήστε / χρηματοδοτείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χρηματοδοτήθηκαχρηματοδοτούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →