αναχωρώ
•
- φεύγω (από ένα μέρος για να εκτελέσω δρομολόγιο ή ταξίδι) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναχωρώ < αρχαία ελληνική ἀναχωρῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναχωρώ | αναχωρείς / αναχώρει | αναχωρεί | αναχωρούμε | αναχωρείτε | αναχωρούν |
| Παρατατικός | αναχωρούσα | αναχωρούσες | αναχωρούσε | αναχωρούσαμε | αναχωρούσατε | αναχωρούσαν |
| Αόριστος | αναχωρήσω / αναχώρησα | αναχωρήσεις / αναχώρησε / αναχώρησες | αναχωρήσει / αναχώρησε | αναχωρήσαμε / αναχωρήσουμε | αναχωρήσατε / αναχωρήσετε / αναχωρήστε | αναχωρήσουν / αναχώρησαν |
| Μέλλοντας | θα αναχωρήσω / θα αναχωρώ | θα αναχωρήσεις / θα αναχωρείς | θα αναχωρήσει / θα αναχωρεί | θα αναχωρήσουμε / θα αναχωρούμε | θα αναχωρήσετε / θα αναχωρείτε | θα αναχωρήσουν / θα αναχωρούν |
| Παρακείμενος | έχω αναχωρήσει | έχεις αναχωρήσει | έχει αναχωρήσει | έχουμε αναχωρήσει | έχετε αναχωρήσει | έχουν αναχωρήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναχωρήσει | είχες αναχωρήσει | είχε αναχωρήσει | είχαμε αναχωρήσει | είχατε αναχωρήσει | είχαν αναχωρήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →