Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναχώρηση

/a.naˈzo.ɾi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το ξεκίνημα ενός ταξιδιού (λέγεται για τους ταξιδιώτες ή τα συγκοινωνιακά μέσα) Βικιλεξικό
    • αίθουσα αναχωρήσεων
  2. συνεκδοχικάτο να εγκαταλείπει κάποιος την κοσμική ζωή και να μονάζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναχώρηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναχώρη(σις) (υποχώρηση, επιστροφή) + -ση & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική depart

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναχώρησηαναχωρήσεις
Γενικήαναχώρησηςαναχωρήσεων
Αιτιατικήαναχώρησηαναχωρήσεις
Κλητικήαναχώρησηαναχωρήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →