αναχώρηση
•
- το ξεκίνημα ενός ταξιδιού (λέγεται για τους ταξιδιώτες ή τα συγκοινωνιακά μέσα) Βικιλεξικό
- αίθουσα αναχωρήσεων
- συνεκδοχικάτο να εγκαταλείπει κάποιος την κοσμική ζωή και να μονάζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναχώρηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναχώρη(σις) (υποχώρηση, επιστροφή) + -ση & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική depart
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναχώρηση | αναχωρήσεις |
| Γενική | αναχώρησης | αναχωρήσεων |
| Αιτιατική | αναχώρηση | αναχωρήσεις |
| Κλητική | αναχώρηση | αναχωρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →