ανδροπρεπώς
•
- αντρίκεια, με αντρίκειο τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανδροπρεπώς < (καθαρεύουσα) ἀνδροπρεπῶς → δείτε τη λέξη ανδροπρεπής
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ανδροπρεπώς < (καθαρεύουσα) ἀνδροπρεπῶς → δείτε τη λέξη ανδροπρεπής
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →