Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανδρωνυμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά, προέρχεται ή σχετίζεται με ανδρικό όνομα Βικιλεξικό
  2. κατ' επέκτασητύπος ονόματος γυναίκας που προέρχεται από το μικρό όνομα ή το επώνυμο του συζύγου της (στο ουδέτερο, ανδρωνυμικό, ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο) Βικιλεξικό
    • Γιώργαινα: η γυναίκα του Γιώργου
    • Ματζουράναινα: η γυναίκα του Ματζουράνη

Ετυμολογία

ανδρωνυμικός < ανδρωνύμ(ιο) ή ανδρώνυμ(ο) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανδρωνυμικόςανδρωνυμικήανδρωνυμικό
Γενικήανδρωνυμικούανδρωνυμικήςανδρωνυμικού
Αιτιατικήανδρωνυμικόανδρωνυμικήανδρωνυμικό
Κλητικήανδρωνυμικέανδρωνυμικήανδρωνυμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανδρωνυμικοίανδρωνυμικέςανδρωνυμικά
Γενικήανδρωνυμικώνανδρωνυμικώνανδρωνυμικών
Αιτιατικήανδρωνυμικούςανδρωνυμικέςανδρωνυμικά
Κλητικήανδρωνυμικοίανδρωνυμικέςανδρωνυμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →