ανεβαίνω
•
- για χώρο π.χμετακινούμαι, μετατοπίζομαι σε σημείο που, κατά την εκτίμησή μου, βρίσκεται πιο ψηλά (γεωγραφικά, ηθικά, πολιτικά κλπ.) σε σχέση με το προηγούμενο Βικιλεξικό
- ο ήλιος έχει ανέβει ψηλά στον ουρανό
- το ασανσέρ ανεβαίνει μέχρι τον πέμπτο όροφο
- για τοποθεσίαμετακινούμαι, μετατοπίζομαι σε σημείο που, κατά την εκτίμησή μου, βρίσκεται πιο ψηλά (γεωγραφικά, ηθικά, πολιτικά κλπ.) σε σχέση με το προηγούμενο Βικιλεξικό
- ανέβηκα στην πόλη για να πάρω ένα δώρο για το Γιώργο που γιορτάζει
- ηθικάμετακινούμαι, μετατοπίζομαι σε σημείο που, κατά την εκτίμησή μου, βρίσκεται πιο ψηλά (γεωγραφικά, ηθικά, πολιτικά κλπ.) σε σχέση με το προηγούμενο Βικιλεξικό
- με αυτόν τον τρόπο θα ανέβεις στην εκτίμηση όλων
- ειδικότεραμετακινούμαι, μετατοπίζομαι σε σημείο που, κατά την εκτίμησή μου, βρίσκεται πιο ψηλά (γεωγραφικά, ηθικά, πολιτικά κλπ.) σε σχέση με το προηγούμενο Βικιλεξικό
- πρέπει να ανέβουν όλοι στο λεωφορείο για να ξεκινήσει
- για κάτι που έχει βαθμίδες ή αρίθμηση ή ιεραρχίαμετακινούμαι, μετατοπίζομαι σε σημείο που, κατά την εκτίμησή μου, βρίσκεται πιο ψηλά (γεωγραφικά, ηθικά, πολιτικά κλπ.) σε σχέση με το προηγούμενο Βικιλεξικό
- αν ανέβεις λίγο (πάνω από την τιμή που προαναφέρθηκε) θα κλείσει η συμφωνία
- ανέβηκε η βενζίνη (η τιμή της βενζίνης)
- πάλι μου ανέβηκε το ζάχαρο, η πίεση, τα τριγλυκερίδια κλπ
- κατ’ επέκτασηαποκτώ το αντίστοιχο αξίωμα ή τη θέση Βικιλεξικό
- ανεβαίνω στο θρόνο (ενθρονίζομαι, γίνομαι βασιλιάς)
- και τότε ανέβηκε στην εξουσία ο θείος του
Ετυμολογία
ανεβαίνω < αρχαία ελληνική ἀναβαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανεβαίνω | ανεβαίνεις | ανεβαίνει | ανεβαίνουμε | ανεβαίνετε | ανεβαίνουν / ανεβαίνουνε |
| Παρατατικός | ανέβαινα | ανέβαινες | ανέβαινε | ανεβαίναμε | ανεβαίνατε | ανέβαιναν / ανεβαίναν / ανεβαίνανε |
| Αόριστος | ανέβηκα | ανέβηκες | ανέβηκε | ανεβήκαμε | ανεβήκατε | ανέβηκαν / ανεβήκαν / ανεβήκανε |
| Μέλλοντας | θα ανέβω / θα ανεβαίνω | θα ανέβεις / θα ανεβαίνεις | θα ανέβει / θα ανεβαίνει | θα ανέβουμε / θα ανεβαίνουμε | θα ανέβετε / θα ανεβαίνετε | θα ανέβουν / θα ανέβουνε / θα ανεβαίνουν / θα ανεβαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανέβει | έχεις ανέβει | έχει ανέβει | έχουμε ανέβει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανέβει | είχες ανέβει | είχε ανέβει | είχαμε ανέβει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανέβει / να ανέβω / να ανεβαίνω | να έχεις ανέβει / να ανέβεις / να ανεβαίνεις | να έχει ανέβει / να ανέβει / να ανεβαίνει | να έχουμε ανέβει / να ανέβουμε / να ανεβαίνουμε | να ανέβετε / να ανεβαίνετε | να ανέβουν / να ανέβουνε / να ανεβαίνουν / να ανεβαίνουνε |
| Προστακτική | — | ανέβα / ανέβαινε | — | — | ανεβαίνετε / ανεβείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →