Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεβαίνω

ρήμα
•
  1. για χώρο π.χμετακινούμαι, μετατοπίζομαι σε σημείο που, κατά την εκτίμησή μου, βρίσκεται πιο ψηλά (γεωγραφικά, ηθικά, πολιτικά κλπ.) σε σχέση με το προηγούμενο Βικιλεξικό
    • ο ήλιος έχει ανέβει ψηλά στον ουρανό
    • το ασανσέρ ανεβαίνει μέχρι τον πέμπτο όροφο
  2. για τοποθεσίαμετακινούμαι, μετατοπίζομαι σε σημείο που, κατά την εκτίμησή μου, βρίσκεται πιο ψηλά (γεωγραφικά, ηθικά, πολιτικά κλπ.) σε σχέση με το προηγούμενο Βικιλεξικό
    • ανέβηκα στην πόλη για να πάρω ένα δώρο για το Γιώργο που γιορτάζει
  3. ηθικάμετακινούμαι, μετατοπίζομαι σε σημείο που, κατά την εκτίμησή μου, βρίσκεται πιο ψηλά (γεωγραφικά, ηθικά, πολιτικά κλπ.) σε σχέση με το προηγούμενο Βικιλεξικό
    • με αυτόν τον τρόπο θα ανέβεις στην εκτίμηση όλων
  4. ειδικότεραμετακινούμαι, μετατοπίζομαι σε σημείο που, κατά την εκτίμησή μου, βρίσκεται πιο ψηλά (γεωγραφικά, ηθικά, πολιτικά κλπ.) σε σχέση με το προηγούμενο Βικιλεξικό
    • πρέπει να ανέβουν όλοι στο λεωφορείο για να ξεκινήσει
  5. για κάτι που έχει βαθμίδες ή αρίθμηση ή ιεραρχίαμετακινούμαι, μετατοπίζομαι σε σημείο που, κατά την εκτίμησή μου, βρίσκεται πιο ψηλά (γεωγραφικά, ηθικά, πολιτικά κλπ.) σε σχέση με το προηγούμενο Βικιλεξικό
    • αν ανέβεις λίγο (πάνω από την τιμή που προαναφέρθηκε) θα κλείσει η συμφωνία
    • ανέβηκε η βενζίνη (η τιμή της βενζίνης)
    • πάλι μου ανέβηκε το ζάχαρο, η πίεση, τα τριγλυκερίδια κλπ
  6. κατ’ επέκτασηαποκτώ το αντίστοιχο αξίωμα ή τη θέση Βικιλεξικό
    • ανεβαίνω στο θρόνο (ενθρονίζομαι, γίνομαι βασιλιάς)
    • και τότε ανέβηκε στην εξουσία ο θείος του

Ετυμολογία

ανεβαίνω < αρχαία ελληνική ἀναβαίνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανεβαίνωανεβαίνειςανεβαίνειανεβαίνουμεανεβαίνετεανεβαίνουν / ανεβαίνουνε
Παρατατικόςανέβαιναανέβαινεςανέβαινεανεβαίναμεανεβαίνατεανέβαιναν / ανεβαίναν / ανεβαίνανε
Αόριστοςανέβηκαανέβηκεςανέβηκεανεβήκαμεανεβήκατεανέβηκαν / ανεβήκαν / ανεβήκανε
Μέλλονταςθα ανέβω / θα ανεβαίνωθα ανέβεις / θα ανεβαίνειςθα ανέβει / θα ανεβαίνειθα ανέβουμε / θα ανεβαίνουμεθα ανέβετε / θα ανεβαίνετεθα ανέβουν / θα ανέβουνε / θα ανεβαίνουν / θα ανεβαίνουνε
Παρακείμενοςέχω ανέβειέχεις ανέβειέχει ανέβειέχουμε ανέβει——
Υπερσυντέλικοςείχα ανέβειείχες ανέβειείχε ανέβειείχαμε ανέβει——
Υποτακτικήνα έχω ανέβει / να ανέβω / να ανεβαίνωνα έχεις ανέβει / να ανέβεις / να ανεβαίνειςνα έχει ανέβει / να ανέβει / να ανεβαίνεινα έχουμε ανέβει / να ανέβουμε / να ανεβαίνουμενα ανέβετε / να ανεβαίνετενα ανέβουν / να ανέβουνε / να ανεβαίνουν / να ανεβαίνουνε
Προστακτική—ανέβα / ανέβαινε——ανεβαίνετε / ανεβείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →