κατεβαίνω
•
- κινούμαι από ένα υψηλότερο σημείο προς ένα χαμηλότερο Βικιλεξικό
- κατεβαίνω τη σκάλα
- κατεβαίνω από το βουνό στην πεδιάδα
- έρχομαι ή πηγαίνω (συνήθως από βορειότερο σημείο προς νοτιότερο ή από την περιφέρεια προς αστικό κέντρο) Βικιλεξικό
- αποβιβάζομαι από μεταφορικό μέσο Βικιλεξικό
- αφιππεύω, ξεκαβαλικεύω Βικιλεξικό
- ξεκινώ (για πολιτικές, συνδικαλιστικές ενέργειες) Βικιλεξικό
- κατεβαίνω σε απεργία
- κατεβαίνω στις εκλογές: θέτω υποψηφιότητα, ξεκινώ εκλογικό αγώνα
- χάνω σε ύψος Βικιλεξικό
- τα νερά του ποταμού κατέβηκαν πολύ το καλοκαίρι
- μειώνομαι Βικιλεξικό
- δείχνω χαμηλότερες μετρήσεις Βικιλεξικό
- όταν λέμε κατεβάζω τη μπάλα, σε παιχνίδι ή άθλημα, εννοούμε πως κινούμαι από τη δική μου περιοχή προς την περιοχή του αντιπάλου, έχοντας στην κατοχή μου τη μπάλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατεβαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κατεβαίνω < αρχαία ελληνική καταβαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατεβαίνω | κατεβαίνεις | κατεβαίνει | κατεβαίνουμε | κατεβαίνετε | κατεβαίνουν / κατεβαίνουνε |
| Παρατατικός | κατέβαινα | κατέβαινες | κατέβαινε | κατεβαίναμε | κατεβαίνατε | κατέβαιναν / κατεβαίναν / κατεβαίνανε |
| Αόριστος | κατέβηκα | κατέβηκες | κατέβηκε | κατεβήκαμε | κατεβήκατε | κατέβηκαν / κατεβήκαν / κατεβήκανε |
| Μέλλοντας | θα κατέβω / θα κατεβαίνω | θα κατέβεις / θα κατεβαίνεις | θα κατέβει / θα κατεβαίνει | θα κατέβουμε / θα κατεβαίνουμε | θα κατέβετε / θα κατεβαίνετε | θα κατέβουν / θα κατέβουνε / θα κατεβαίνουν / θα κατεβαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατέβει | έχεις κατέβει | έχει κατέβει | έχουμε κατέβει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατέβει | είχες κατέβει | είχε κατέβει | είχαμε κατέβει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατέβει / να κατέβω / να κατεβαίνω | να έχεις κατέβει / να κατέβεις / να κατεβαίνεις | να έχει κατέβει / να κατέβει / να κατεβαίνει | να έχουμε κατέβει / να κατέβουμε / να κατεβαίνουμε | να κατέβετε / να κατεβαίνετε | να κατέβουν / να κατέβουνε / να κατεβαίνουν / να κατεβαίνουνε |
| Προστακτική | — | κατέβα / κατέβαινε | — | — | κατεβαίνετε / κατεβείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →