Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανειλικρίνεια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του ανειλικρινούς, η έλλειψη ειλικρίνειας Βικιλεξικό
    • Η απόταξη του σερ Χένρυ ΜακΜάον [Sir Henry McMahon] επιβεβαίωσε την πίστη μου στη χαρακτηριστική μας ανειλικρίνεια. […]. Το μόνο πράγμα που μου έμενε ήταν να αρνηθώ τις ανταμοιβές για την ιδιότητα του πετυχημένου απατεώνα.
    • Είπε για τη νοθεία των εκλογών, την αστασία των πολιτικών πεποιθήσεων, την ανειλικρίνεια των κυβερνώντων […] (Άγγελος Τερζάκης, Η μενεξεδένια πολιτεία. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, ⁸1976), σ. 17)

Ετυμολογία

ανειλικρίνεια < αν- στερητικό + ειλικρίνεια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανειλικρίνειαανειλικρίνειες
Γενικήανειλικρίνειαςανειλικρινειών
Αιτιατικήανειλικρίνειαανειλικρίνειες
Κλητικήανειλικρίνειαανειλικρίνειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →