ανειμένος
•
- αρχαιοπρεπέςπου τον χαρακτηρίζει χαλαρότητα Βικιλεξικό
- αρχαιοπρεπέςπου τον χαρακτηρίζει χαλαρότητα (στη συνείδηση ή την συμπεριφορά) Βικιλεξικό
- Ο δεύτερος (σοβαρότερος) λόγος για τον οποίο ο Εμπειρίκος απέφυγε την έκδοση αυτών των κειμένων ήταν η τολμηρή, η ολωσδιόλου ανειμένη γλώσσα πολλών από αυτά. (*)
Ετυμολογία
ανειμένος < αρχαία ελληνική ἀνειμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ἀνίημι < ἀνά + ἵημι
Άλλοι τύποι
ανειμέναανειμένεανειμένεςανειμένηανειμένηςανειμένοανειμένοιανειμένοςανειμένουανειμένουςανειμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →