Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεκδοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τα ανέκδοτα, αναφέρεται σ’ αυτά ή αναπτύσσεται, περιγράφεται ή λέγεται με ανέκδοτα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεκδοτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anecdotique < anecdote < αρχαία ελληνική ἀνέκδοτος < ἀν- + ἔκδοτος < ἐκδίδωμι < ἐκ- + δίδωμι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεκδοτικόςανεκδοτικήανεκδοτικό
Γενικήανεκδοτικούανεκδοτικήςανεκδοτικού
Αιτιατικήανεκδοτικόανεκδοτικήανεκδοτικό
Κλητικήανεκδοτικέανεκδοτικήανεκδοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεκδοτικοίανεκδοτικέςανεκδοτικά
Γενικήανεκδοτικώνανεκδοτικώνανεκδοτικών
Αιτιατικήανεκδοτικούςανεκδοτικέςανεκδοτικά
Κλητικήανεκδοτικοίανεκδοτικέςανεκδοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →