Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανέκδοτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οποιασδήποτε μορφής κείμενο (αλληλογραφία, διήγημα κλπ.) που δεν έχει δημοσιευτεί Βικιλεξικό
  2. για εγκληματίαπου δεν έχει εκδοθεί, δεν έχει παραδοθεί από ένα κράτος σε άλλο για να δικαστεί Βικιλεξικό
  3. το ουδέτερο ως ουσιαστικόσύντομη διήγηση πραγματικού ή φανταστικού επεισοδίου με χιουμοριστικό περιεχόμενο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανέκδοτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνέκδοτος < αρχαία ελληνική ἀνέκδοτος (ανύπαντρη κόρη)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέκδοτοςανέκδοτηανέκδοτο
Γενικήανέκδοτουανέκδοτηςανέκδοτου
Αιτιατικήανέκδοτοανέκδοτηανέκδοτο
Κλητικήανέκδοτεανέκδοτηανέκδοτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέκδοτοιανέκδοτεςανέκδοτα
Γενικήανέκδοτωνανέκδοτωνανέκδοτων
Αιτιατικήανέκδοτουςανέκδοτεςανέκδοτα
Κλητικήανέκδοτοιανέκδοτεςανέκδοτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →