Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεκτικότητα

/a.ne.ktiˈko.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος ανεκτικός, η ιδιότητα τού ανεκτικού Βικιλεξικό
    • Ενα σχολείο με Ρομά, με μετανάστες, με ευάλωτους πληθυσμούς παραδίδει μαθήματα ένταξης, συμπερίληψης και δημοκρατίας.... Και το σχολείο που για άλλους ήταν αιτία να ζητήσουν μετάταξη, για εκείνον είναι ένα κήπος συνύπαρξης παιδιών και διαρκούς μαθήματος ανεκτικότητας, συμπερίληψης και διαπολιτισμού. («Μέλημά μου όσοι είναι στη σκιά, στα πίσω θρανία, στο περιθώριο», ΤΑ ΝΕΑ, 2024/03/04, https://www.tanea.gr/print/2024/03/04/interviews/melima-mou-osoi-einai-crsti-skia-sta-piso-thrania-sto-perithorio/)
  2. καταχρηστικάανθεκτικότητα Βικιλεξικό
    • Έχει ανεκτικότητα στις ιώσεις.

Ετυμολογία

ανεκτικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀνεκτικό(της) + -τητα (μαρτυρείται από το 1873) < (ελληνιστική κοινή) (υπομονετικός). Μορφολογικά αναλύεται σε ανεκτικ(ός) + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανεκτικότηταανεκτικότητες
Γενικήανεκτικότηταςανεκτικοτήτων
Αιτιατικήανεκτικότηταανεκτικότητες
Κλητικήανεκτικότηταανεκτικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →