ανελευθέρωτος
•
- που δεν έχει ελευθερωθεί ή δεν είναι δυνατόν να ελευθερωθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανελευθέρωτος < αν- στερητικό + ελευθερώ(νω) + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανελευθέρωτος | ανελευθέρωτη | ανελευθέρωτο |
| Γενική | ανελευθέρωτου | ανελευθέρωτης | ανελευθέρωτου |
| Αιτιατική | ανελευθέρωτο | ανελευθέρωτη | ανελευθέρωτο |
| Κλητική | ανελευθέρωτε | ανελευθέρωτη | ανελευθέρωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανελευθέρωτοι | ανελευθέρωτες | ανελευθέρωτα |
| Γενική | ανελευθέρωτων | ανελευθέρωτων | ανελευθέρωτων |
| Αιτιατική | ανελευθέρωτους | ανελευθέρωτες | ανελευθέρωτα |
| Κλητική | ανελευθέρωτοι | ανελευθέρωτες | ανελευθέρωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →