ανεμελιά
•
- το να είναι κάποιος ανέμελος, να μην έχει έγνοιες, φροντίδες ή σκοτούρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεμελιά < ανέμελος + -ιά < ανε- + μέλει
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμελιά | ανεμελιές |
| Γενική | ανεμελιάς | ανεμελιών |
| Αιτιατική | ανεμελιά | ανεμελιές |
| Κλητική | ανεμελιά | ανεμελιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →