αδιαφορία
•
- η έλλειψη ενδιαφέροντος για κάτι Βικιλεξικό
- Πάλι η απόσταση μεταξύ πόθου, αδιαφορίας και απωθήσεως είναι μια τρίχα. Πάλι το ακανόνιστο και το ελαττωματικό διεγείρουν. Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ολόκορμος κυματισμός μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον πόθο. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)
Ετυμολογία
αδιαφορία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀδιαφορία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιαφορία | αδιαφορίες |
| Γενική | αδιαφορίας | αδιαφοριών |
| Αιτιατική | αδιαφορία | αδιαφορίες |
| Κλητική | αδιαφορία | αδιαφορίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →