ανεμοζάλη
•
- οι άνεμοι μεγάλης έντασης αλλά και που έρχονται από πολλές κατευθύνσεις, μια από τη μία και μια από την άλλη Βικιλεξικό
- η σύγχυση, η αναταραχή, η αναστάτωση. η παραζάλη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεμοζάλη < ανεμο- + ζάλη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμοζάλη | — |
| Γενική | ανεμοζάλης | — |
| Αιτιατική | ανεμοζάλη | — |
| Κλητική | ανεμοζάλη | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →