Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεμολογώ

/a.ne.mo.loˈɣo/ρήμα
•
  1. λέω ανοησίες Βικιλεξικό
  2. ανεμίζω Βικιλεξικό
    • Ανεμολογούσε η καστανιά / σε μια πίσω αυλή, σ' ένα πηγάδι, / σε μιαν αθηναίϊκη γειτονιά, / σαν νωρίς γυρνούσαμε το βράδι (Τέλλος Άγρας, «Χειμωνιά μοσκομυρίζει…», 1939)

Ετυμολογία

ανεμολογώ < ανεμο- + -λογώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανεμολογώανεμολογείςανεμολογείανεμολογούμεανεμολογείτεανεμολογούν / ανεμολογούνε
Παρατατικόςανεμολογούσαανεμολογούσεςανεμολογούσεανεμολογούσαμεανεμολογούσατεανεμολογούσαν / ανεμολογούσανε
Αόριστοςανεμολόγησαανεμολόγησεςανεμολόγησεανεμολογήσαμεανεμολογήσατεανεμολογήσαν / ανεμολογήσανε / ανεμολόγησαν
Μέλλονταςθα ανεμολογήσω / θα ανεμολογώθα ανεμολογήσεις / θα ανεμολογείςθα ανεμολογήσει / θα ανεμολογείθα ανεμολογήσουμε / θα ανεμολογούμεθα ανεμολογήσετε / θα ανεμολογείτεθα ανεμολογήσουν / θα ανεμολογήσουνε / θα ανεμολογούν / θα ανεμολογούνε
Παρακείμενοςέχω ανεμολογήσειέχεις ανεμολογήσειέχει ανεμολογήσειέχουμε ανεμολογήσειέχετε ανεμολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ανεμολογήσειείχες ανεμολογήσειείχε ανεμολογήσειείχαμε ανεμολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω ανεμολογήσει / να ανεμολογήσω / να ανεμολογώνα έχεις ανεμολογήσει / να ανεμολογήσεις / να ανεμολογείςνα έχει ανεμολογήσει / να ανεμολογήσει / να ανεμολογείνα έχουμε ανεμολογήσει / να ανεμολογήσουμε / να ανεμολογούμενα έχετε ανεμολογήσει / να ανεμολογήσετε / να ανεμολογείτενα ανεμολογήσουν / να ανεμολογήσουνε / να ανεμολογούν / να ανεμολογούνε
Προστακτική—ανεμολόγει / ανεμολόγησε——ανεμολογήστε / ανεμολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →