αερολογώ
•
- λέω λόγια του αέρα, άσκοπα και χωρίς νόημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αερολογώ < αερολόγ(ος) (αερο- + -λόγος) + -ώ (-λογώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αερολογώ | αερολογείς | αερολογεί | αερολογούμε | αερολογείτε | αερολογούν / αερολογούνε |
| Παρατατικός | αερολογούσα | αερολογούσες | αερολογούσε | αερολογούσαμε | αερολογούσατε | αερολογούσαν / αερολογούσανε |
| Αόριστος | αερολόγησα | αερολόγησες | αερολόγησε | αερολογήσαμε | αερολογήσατε | αερολογήσαν / αερολογήσανε / αερολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα αερολογήσω / θα αερολογώ | θα αερολογήσεις / θα αερολογείς | θα αερολογήσει / θα αερολογεί | θα αερολογήσουμε / θα αερολογούμε | θα αερολογήσετε / θα αερολογείτε | θα αερολογήσουν / θα αερολογήσουνε / θα αερολογούν / θα αερολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω αερολογήσει | έχεις αερολογήσει | έχει αερολογήσει | έχουμε αερολογήσει | έχετε αερολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αερολογήσει | είχες αερολογήσει | είχε αερολογήσει | είχαμε αερολογήσει | είχατε αερολογήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω αερολογήσει / να αερολογήσω / να αερολογώ | να έχεις αερολογήσει / να αερολογήσεις / να αερολογείς | να έχει αερολογήσει / να αερολογήσει / να αερολογεί | να έχουμε αερολογήσει / να αερολογήσουμε / να αερολογούμε | να έχετε αερολογήσει / να αερολογήσετε / να αερολογείτε | να αερολογήσουν / να αερολογήσουνε / να αερολογούν / να αερολογούνε |
| Προστακτική | — | αερολόγησε | — | — | αερολογήστε / αερολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →