ανεμοσκόρπισμα
•
- λογοτεχνικόοτιδήποτε σκορπίζεται αλόγιστα ή σπαταλιέται με ευκολία και χωρίς σκέψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεμοσκόρπισμα < ανεμοσκορπίζω + -μα < μεσαιωνική ελληνική ανεμοσκορπίζω < αρχαία ελληνική ἄνεμος + σκορπίζω (< σκορπίος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμοσκόρπισμα | ανεμοσκορπίσματα |
| Γενική | ανεμοσκορπίσματος | ανεμοσκορπισμάτων |
| Αιτιατική | ανεμοσκόρπισμα | ανεμοσκορπίσματα |
| Κλητική | ανεμοσκόρπισμα | ανεμοσκορπίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →