ανεμοσουρίζει
•
- μετεωρολογίαπέφτει χιόνι μαζί με δυνατό άνεμο Βικιλεξικό
- μετεωρολογίασυσσωρεύεται χιόνι από δυνατό άνεμο Βικιλεξικό
- μετεωρολογίαμε χτυπάει δυνατός άνεμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεμοσουρίζει < ανεμο- + σουρίζω στο 3ο πρόσωπο ενικού υποθετικού τύπου *ανεμοσουρίζω → δείτε και τη λέξη σφυρίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →