ανεμοταραχή
•
- δυνατός άνεμος, ανεμοθύελλα, θαλασσοταραχή (που προκαλείται από τον σφοδρό αέρα) Βικιλεξικό
- Δαρμένο από τα κύματα, ριχμένο δώθε κείθε από την ανεμοταραχή, να προχωρήσει δεν μπορούσε, γιατί είχε τον άνεμο ενάντια. (Πηνελόπη Δέλτα, Η ζωή του Χριστού (1925), Κεφάλαιο ΚΒ΄: Λιγόπιστε, γιατί Δίστασες
Ετυμολογία
ανεμοταραχή < ανεμο- + ταραχή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμοταραχή | ανεμοταραχές |
| Γενική | ανεμοταραχής | ανεμοταραχών |
| Αιτιατική | ανεμοταραχή | ανεμοταραχές |
| Κλητική | ανεμοταραχή | ανεμοταραχές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →