ανενεργός
•
- ο μη ενεργός, που ασκεί ένα επάγγελμα, αλλά έχει αναδουλειές ή ασθενεί και έτσι δεν παρουσιάζει δραστηριότητα επαγγελματική Βικιλεξικό
- Αν και είναι ανενεργός επιτηδευματίας, φορολογείται μόνον και μόνον επειδή δεν έχει "κλείσει" τα βιβλία του.
- που δεν παρουσιάζει κινητικότητα, που έμμεσα μπορεί να θεωρείται σκόπιμα παθητικό, που κάποιος έχει την κτήση του αλλά δεν τον χρησιμοποιεί Βικιλεξικό
- ανενεργός λογαριασμός τράπεζας, ανενεργό ΑΦΜ
Ετυμολογία
ανενεργός < είτε (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνενεργ(ής) με μεταπλασμό σε -ός είτε αν- στερητικό + ενεργός (αρχαία ελληνική ἐνεργός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανενεργός | ανενεργή / ανενεργός | ανενεργό |
| Γενική | ανενεργού | ανενεργής / ανενεργού | ανενεργού |
| Αιτιατική | ανενεργό | ανενεργή / ανενεργό | ανενεργό |
| Κλητική | ανενεργέ | ανενεργέ / ανενεργή | ανενεργό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανενεργοί | ανενεργές / ανενεργοί | ανενεργά |
| Γενική | ανενεργών | ανενεργών | ανενεργών |
| Αιτιατική | ανενεργούς | ανενεργές / ανενεργούς | ανενεργά |
| Κλητική | ανενεργοί | ανενεργές / ανενεργοί | ανενεργά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →