Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανενεργός

/a.ne.neɾˈɣos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο μη ενεργός, που ασκεί ένα επάγγελμα, αλλά έχει αναδουλειές ή ασθενεί και έτσι δεν παρουσιάζει δραστηριότητα επαγγελματική Βικιλεξικό
    • Αν και είναι ανενεργός επιτηδευματίας, φορολογείται μόνον και μόνον επειδή δεν έχει "κλείσει" τα βιβλία του.
  2. που δεν παρουσιάζει κινητικότητα, που έμμεσα μπορεί να θεωρείται σκόπιμα παθητικό, που κάποιος έχει την κτήση του αλλά δεν τον χρησιμοποιεί Βικιλεξικό
    • ανενεργός λογαριασμός τράπεζας, ανενεργό ΑΦΜ

Ετυμολογία

ανενεργός < είτε (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνενεργ(ής) με μεταπλασμό σε -ός είτε αν- στερητικό + ενεργός (αρχαία ελληνική ἐνεργός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανενεργόςανενεργή / ανενεργόςανενεργό
Γενικήανενεργούανενεργής / ανενεργούανενεργού
Αιτιατικήανενεργόανενεργή / ανενεργόανενεργό
Κλητικήανενεργέανενεργέ / ανενεργήανενεργό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανενεργοίανενεργές / ανενεργοίανενεργά
Γενικήανενεργώνανενεργώνανενεργών
Αιτιατικήανενεργούςανενεργές / ανενεργούςανενεργά
Κλητικήανενεργοίανενεργές / ανενεργοίανενεργά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →