ενεργός
•
- που βρίσκεται σε ενέργεια, σε δράση, που δραστηριοποιείται και ενεργεί Βικιλεξικό
- Είναι σε ενεργό δράση, μάχιμος και δραστήριος. Εργάζεται ακόμη, σε τέτοια μεγάλη ηλικία.
- ενεργός υπηρεσία
- η συγγραφέας αναλύει τα παραμύθια των ρομ με βάση τη σχέση περιεχομένου και πλαισίου (κοινωνικού και επιτελεστικού) της αφήγησης. Διαπιστώνει ότι η αφήγηση είναι μια ενεργός διαδικασία, πολυφωνικού και όχι μονολογικού χαρακτήρα και εμπλέκει αποφασιστικά το αφηγούμενο πρόσωπο με τους ακροατές του. (Οι Ρομά στην Ελλάδα, επιμέλεια: Ευάγγελος Αυδίκος και Άννα Λυδάκη, Ελληνική Εταιρεία Εθνολογία, 2002, σελ. 19)
- που δύναται να επηρεάσει ή να μεταβάλλει κατάσταση, δραστικός Βικιλεξικό
- μια ενεργή ουσία που χρησιμοποιείται σε φάρμακα
Ετυμολογία
ενεργός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνεργός < ἐν + ἔργον
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενεργός | ενεργή / ενεργός | ενεργό |
| Γενική | ενεργού | ενεργής / ενεργού | ενεργού |
| Αιτιατική | ενεργό | ενεργή / ενεργό | ενεργό |
| Κλητική | ενεργέ | ενεργέ / ενεργή | ενεργό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενεργοί | ενεργές / ενεργοί | ενεργά |
| Γενική | ενεργών | ενεργών | ενεργών |
| Αιτιατική | ενεργούς | ενεργές / ενεργούς | ενεργά |
| Κλητική | ενεργοί | ενεργές / ενεργοί | ενεργά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →