ανενημέρωτος
•
- που δεν είναι ενημερωμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανενημέρωτος < αν- + ενημερώνω + -τος < ενήμερος + -ώνω < εν + ημέρα < αρχαία ελληνική ἡμέρα < ἦμαρ (ημέρα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂eh₃mr̥ (ζέστη) < *h₂eh₃- (ζεσταίνομαι, καίω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανενημέρωτος | ανενημέρωτη | ανενημέρωτο |
| Γενική | ανενημέρωτου | ανενημέρωτης | ανενημέρωτου |
| Αιτιατική | ανενημέρωτο | ανενημέρωτη | ανενημέρωτο |
| Κλητική | ανενημέρωτε | ανενημέρωτη | ανενημέρωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανενημέρωτοι | ανενημέρωτες | ανενημέρωτα |
| Γενική | ανενημέρωτων | ανενημέρωτων | ανενημέρωτων |
| Αιτιατική | ανενημέρωτους | ανενημέρωτες | ανενημέρωτα |
| Κλητική | ανενημέρωτοι | ανενημέρωτες | ανενημέρωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →