ενημερωμένος
•
- που έχει ενημερωθεί, που έχει αποκτήσει τις πιο πρόσφατες πληροφορίες για κάποιο θέμα Βικιλεξικό
- πληροφορικήπου έχει ενημερωθεί, που έχει αντικατασταθεί με μια πιο πρόσφατη έκδοση ή στον οποίον έχουν προστεθεί πιο πρόσφατες διορθώσεις, λειτουργίες, κλπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενημερωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ενημερώνω
Άλλοι τύποι
ενημερωμέναενημερωμένεενημερωμένεςενημερωμένηενημερωμένηςενημερωμένοενημερωμένοιενημερωμένοςενημερωμένουενημερωμένουςενημερωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →