Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεπάρκεια

/a.neˈpaɾ.ci.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η έλλειψη κάποιων απαραίτητων πραγμάτων, ικανοτήτων κ.λπ., η μη επίτευξη επάρκειας Βικιλεξικό
    • Ο καύσωνας παρέλυσε τη ΔΕΗ. Οι εκρήξεις των μετασχηματιστών, η υπερφόρτωση του δικτύου μεταφοράς, οι ανεπάρκειες της παραγωγής, το μπλακάουτ στη Βόρειο Ελλάδα και οι επαναλαμβανόμενες, συντονισμένες διακοπές ρεύματος στην Αθήνα, ανέδειξαν διοικητικές αδυναμίες και επενδυτικές ανεπάρκειες, επιβεβαιώνοντας στο μέγιστο βαθμό προγνώσεις και ανησυχίες, οι οποίες είχαν διατυπωθεί εγκαίρως. (* εφημερίδα Το Βήμα 25 Νοεμβρίου 2008)
  2. ιατρικήη δυσλειτουργία κάποιων οργάνων του σώματος Βικιλεξικό
    • Περίπου 20% με 40% των ασθενών με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια έχουν στεφανιαία νόσο χωρίς να παρουσιάζουν συμπτώματα. (* εφημερίδα @enet.gr 5 Φεβρουαρίου 2011)

Ετυμολογία

ανεπάρκεια < ανεπαρκ(ής) + -εια, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική deficiency ή από τη γαλλική insuffisance. Αναλύεται σε αν- (στερητικό α-) + επάρκεια :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1863

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανεπάρκειαανεπάρκειες
Γενικήανεπάρκειαςανεπαρκειών
Αιτιατικήανεπάρκειαανεπάρκειες
Κλητικήανεπάρκειαανεπάρκειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →