αρκώ
•
- είμαι αρκετός Βικιλεξικό
- τριτοπρόσωπο καιαπρόσωποείναι αρκετό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρκώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀρκῶ, με κλίση ἀρκέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂erk-
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αρκώ | αρκείς | αρκεί | αρκούμε | αρκείτε | αρκούν / αρκούνε |
| Παρατατικός | αρκούσα | αρκούσες | αρκούσε | αρκούσαμε | αρκούσατε | αρκούσαν / αρκούσανε |
| Αόριστος | άρκεσα | άρκεσες | άρκεσε | αρκέσαμε | αρκέσατε | άρκεσαν / αρκέσαν / αρκέσανε |
| Μέλλοντας | θα αρκέσω / θα αρκώ | θα αρκέσεις / θα αρκείς | θα αρκέσει / θα αρκεί | θα αρκέσουμε / θα αρκούμε | θα αρκέσετε / θα αρκείτε | θα αρκέσουν / θα αρκέσουνε / θα αρκούν / θα αρκούνε |
| Παρακείμενος | έχω αρκέσει | έχεις αρκέσει | έχει αρκέσει | έχουμε αρκέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αρκέσει | είχες αρκέσει | είχε αρκέσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αρκέσει / να αρκέσω / να αρκώ | να έχεις αρκέσει / να αρκέσεις / να αρκείς | να έχει αρκέσει / να αρκέσει / να αρκεί | να έχουμε αρκέσει / να αρκέσουμε / να αρκούμε | να αρκέσετε / να αρκείτε | να αρκέσουν / να αρκέσουνε / να αρκούν / να αρκούνε |
| Προστακτική | — | άρκει / άρκεσε | — | — | αρκέστε / αρκείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αρκέστηκααρκούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →