Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεπίστρεπτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι δυνατόν να επιστραφεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεπίστρεπτος < ελληνιστική κοινή ἀνεπίστρεπτος < αρχαία ελληνική ἐπίστρεπτος / ἐπιστρεπτός < ἐπιστρέφω < στρέφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπίστρεπτοςανεπίστρεπτηανεπίστρεπτο
Γενικήανεπίστρεπτουανεπίστρεπτηςανεπίστρεπτου
Αιτιατικήανεπίστρεπτοανεπίστρεπτηανεπίστρεπτο
Κλητικήανεπίστρεπτεανεπίστρεπτηανεπίστρεπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπίστρεπτοιανεπίστρεπτεςανεπίστρεπτα
Γενικήανεπίστρεπτωνανεπίστρεπτωνανεπίστρεπτων
Αιτιατικήανεπίστρεπτουςανεπίστρεπτεςανεπίστρεπτα
Κλητικήανεπίστρεπτοιανεπίστρεπτεςανεπίστρεπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →