Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεπηρέαστος

/a.ne.piˈɾe.a.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αντικειμενικός, δίκαιος που δεν δέχεται επιρροές από ομάδες συμφερόντων ή και που δεν αφήνει ούτε τα δικά του συναισθήματα να επηρεάσουν μια απόφασή του ή ενέργειά του η οποία πρέπει να οριστεί από αντικειμενικά κριτήρια Βικιλεξικό
  2. που δεν επηρεάστηκε από κάτι συγκεκριμένο, από κάτι που συνήθως έχει αντίκτυπο, που έμεινε απαθής ως προς αυτό ή που δεν το άφησε να επιδράσει Βικιλεξικό
    • Η χειρουργική του ικανότητα έμεινε ανεπηρέαστη από το τροχαίο που είχε, επανήλθε στην κλινική σαν να μην συνέβη τίποτα

Ετυμολογία

ανεπηρέαστος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνεπηρέαστος (άβλαβος) (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική unaffected)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπηρέαστοςανεπηρέαστηανεπηρέαστο
Γενικήανεπηρέαστουανεπηρέαστηςανεπηρέαστου
Αιτιατικήανεπηρέαστοανεπηρέαστηανεπηρέαστο
Κλητικήανεπηρέαστεανεπηρέαστηανεπηρέαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπηρέαστοιανεπηρέαστεςανεπηρέαστα
Γενικήανεπηρέαστωνανεπηρέαστωνανεπηρέαστων
Αιτιατικήανεπηρέαστουςανεπηρέαστεςανεπηρέαστα
Κλητικήανεπηρέαστοιανεπηρέαστεςανεπηρέαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →