επηρεάζω
•
- επιδρώ, διαμορφώνω Βικιλεξικό
- παιδιά με παχύσαρκους γονείς μπορεί να κληρονομήσουν την προδιάθεση για υπερβαρότητα μέσω γονιδίων που επηρεάζουν τον μεταβολισμό και την αποθήκευση λίπους (Σταύρος Θεοδωράκης, Άρης Βουρβούλιας, 14 σκιές και αλήθειες της Ελλάδας, 2025, σελ. 1862)
Ετυμολογία
επηρεάζω < λόγιο < αρχαία ελληνική ἐπηρεάζω (προσβάλλω, προσπαθώ να βλάψω) (Δείτε ἐπήρεια)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επηρεάζω | επηρεάζεις | επηρεάζει | επηρεάζουμε | επηρεάζετε | επηρεάζουν / επηρεάζουνε |
| Παρατατικός | επηρέαζα | επηρέαζες | επηρέαζε | επηρεάζαμε | επηρεάζατε | επηρέαζαν / επηρεάζαν / επηρεάζανε |
| Αόριστος | επηρέασα | επηρέασες | επηρέασε | επηρεάσαμε | επηρεάσατε | επηρέασαν / επηρεάσαν / επηρεάσανε |
| Μέλλοντας | θα επηρεάζω / θα επηρεάσω | θα επηρεάζεις / θα επηρεάσεις | θα επηρεάζει / θα επηρεάσει | θα επηρεάζουμε / θα επηρεάσουμε | θα επηρεάζετε / θα επηρεάσετε | θα επηρεάζουν / θα επηρεάζουνε / θα επηρεάσουν / θα επηρεάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επηρεάσει | έχεις επηρεάσει | έχει επηρεάσει | έχουμε επηρεάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επηρεάσει | είχες επηρεάσει | είχε επηρεάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επηρεάσει / να επηρεάζω / να επηρεάσω | να έχεις επηρεάσει / να επηρεάζεις / να επηρεάσεις | να έχει επηρεάσει / να επηρεάζει / να επηρεάσει | να έχουμε επηρεάσει / να επηρεάζουμε / να επηρεάσουμε | να επηρεάζετε / να επηρεάσετε | να επηρεάζουν / να επηρεάζουνε / να επηρεάσουν / να επηρεάσουνε |
| Προστακτική | — | επηρέαζε / επηρέασε | — | — | επηρεάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
επηρεάστηκαεπηρεάζομαιεπηρεάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →