Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεπιεικής

/a.ne.pi.iˈcis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν δείχνει επιείκεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεπιεικής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνεπιεικής. Συγχονικά αναλύεται σε αν- στερητικό + επιεικής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπιεικήςανεπιεικήςανεπιεικές
Γενικήανεπιεικούςανεπιεικούςανεπιεικούς
Αιτιατικήανεπιεικήανεπιεικήανεπιεικές
Κλητικήανεπιεική / ανεπιεικήςανεπιεικήςανεπιεικές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπιεικείςανεπιεικείςανεπιεική
Γενικήανεπιεικώνανεπιεικώνανεπιεικών
Αιτιατικήανεπιεικείςανεπιεικείςανεπιεική
Κλητικήανεπιεικείςανεπιεικείςανεπιεική

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →