επιεικής
•
- αυτός που στην κρίση και την τιμωρία σφαλμάτων ή αδικημάτων είναι ήπιος, ο συγκαταβατικός, ο πράος Βικιλεξικό
- φάνηκε πολύ επιεικής προς τον κατηγορούμενο
- Στο μαγαζί άρχισαν οι πελάτες να αραιώνουν. Ακόμη και οι πιο επιεικείς δεν άντεχαν την περίεργη, απόμακρη, σχεδόν απόκοσμη συμπεριφορά του. Ο πάντα ευπροσήγορος Θεοφάνης, ο ευπρεπής, να έχει γίνει απόκοσμος. (Νίκος Θέμελης, Για μια συντροφιά ανάμεσά μας, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)
Ετυμολογία
επιεικής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιεικής (ταιριαστός, λογικός, όχι αυστηρός). Μορφολογικά: επι- + μετοχή εἰκώς < ἔοικα < *είκω (μοιάζω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιεικής | επιεικής | επιεικές |
| Γενική | επιεικούς | επιεικούς | επιεικούς |
| Αιτιατική | επιεική | επιεική | επιεικές |
| Κλητική | επιεική / επιεικής | επιεικής | επιεικές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιεικείς | επιεικείς | επιεική |
| Γενική | επιεικών | επιεικών | επιεικών |
| Αιτιατική | επιεικείς | επιεικείς | επιεική |
| Κλητική | επιεικείς | επιεικείς | επιεική |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →