Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεπισκεύαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει επισκευαστεί ή δεν μπορεί να επισκευαστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεπισκεύαστος < αν- (στερητικό α-) + επισκευάζω επισκευασ= + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπισκεύαστοςανεπισκεύαστή / ανεπισκεύαστηανεπισκεύαστο
Γενικήανεπισκεύαστουανεπισκεύαστηςανεπισκεύαστου
Αιτιατικήανεπισκεύαστοανεπισκεύαστηανεπισκεύαστο
Κλητικήανεπισκεύαστεανεπισκεύαστηανεπισκεύαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπισκεύαστοιανεπισκεύαστεςανεπισκεύαστα
Γενικήανεπισκεύαστωνανεπισκεύαστωνανεπισκεύαστων
Αιτιατικήανεπισκεύαστουςανεπισκεύαστεςανεπισκεύαστα
Κλητικήανεπισκεύαστοιανεπισκεύαστεςανεπισκεύαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →