Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επισκευάσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί ή αξίζει να επισκευαστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επισκευάσιμος < αρχαία ελληνική ἐπισκευάσιμος < ἐπισκευάζω < ἐπί + σκευάζω < σκευή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπισκευάσιμοςεπισκευάσιμηεπισκευάσιμο
Γενικήεπισκευάσιμουεπισκευάσιμηςεπισκευάσιμου
Αιτιατικήεπισκευάσιμοεπισκευάσιμηεπισκευάσιμο
Κλητικήεπισκευάσιμεεπισκευάσιμηεπισκευάσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπισκευάσιμοιεπισκευάσιμεςεπισκευάσιμα
Γενικήεπισκευάσιμωνεπισκευάσιμωνεπισκευάσιμων
Αιτιατικήεπισκευάσιμουςεπισκευάσιμεςεπισκευάσιμα
Κλητικήεπισκευάσιμοιεπισκευάσιμεςεπισκευάσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →