Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεπιστημονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν εδράζεται σε επιστημονικά δεδομένα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεπιστημονικός < αρχαία ελληνική ἀνεπιστημονικός < ἐπιστημονικός < ἐπίσταμαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπιστημονικόςανεπιστημονικήανεπιστημονικό
Γενικήανεπιστημονικούανεπιστημονικήςανεπιστημονικού
Αιτιατικήανεπιστημονικόανεπιστημονικήανεπιστημονικό
Κλητικήανεπιστημονικέανεπιστημονικήανεπιστημονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπιστημονικοίανεπιστημονικέςανεπιστημονικά
Γενικήανεπιστημονικώνανεπιστημονικώνανεπιστημονικών
Αιτιατικήανεπιστημονικούςανεπιστημονικέςανεπιστημονικά
Κλητικήανεπιστημονικοίανεπιστημονικέςανεπιστημονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →