επιστημονικός
•
- που σχετίζεται με την επιστήμη ή με τον επιστήμονα Βικιλεξικό
- Ερευνητές, οι οποίοι είναι επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα για την παραγωγή ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων (devices), διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων, ενώ μπορούν να παρέχουν και εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο. (Νόμος 4310/2014, Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις, Ελληνική Δημοκρατία)
- που έχει την εγκυρότητα και την αντικειμενικότητα της επιστήμης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιστημονικός < αρχαία ελληνική ἐπιστημονικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιστημονικός | επιστημονική | επιστημονικό |
| Γενική | επιστημονικού | επιστημονικής | επιστημονικού |
| Αιτιατική | επιστημονικό | επιστημονική | επιστημονικό |
| Κλητική | επιστημονικέ | επιστημονική | επιστημονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιστημονικοί | επιστημονικές | επιστημονικά |
| Γενική | επιστημονικών | επιστημονικών | επιστημονικών |
| Αιτιατική | επιστημονικούς | επιστημονικές | επιστημονικά |
| Κλητική | επιστημονικοί | επιστημονικές | επιστημονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →