ανερμάτιστος
•
- κυριολεκτικάπου δεν έχει έρμα / σαβούρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου μεταβάλλεται εύκολα, είτε λόγω έλλειψης γνώσεων, είτε λόγω χαρακτήρα Βικιλεξικό
- Όμως ο έρμος ο Χρυσοβαλάντης, που τη μια προκαλεί υστερικά γέλια και την άλλη βούρκωμα στους αναγνώστες, δεν ξέρει πού πατάει και πού βρίσκεται. Ένας ανερμάτιστος άνθρωπος, πανικόβλητος απ’ την κρίση που αχνοφαίνεται στην Ελλάδα, παραπαίει μεταξύ αγαθομάρας και θυμοσοφίας. («Μάρτυς μου ο Θεός»: Η επανέκδοση ενός σπουδαίου βιβλίου, athensvoice.gr, 15/02/2020 https://www.athensvoice.gr/politismos/vivlio/622109/martys-moy-o-theos-i-epanekdosi-enos-spoydaioy-vivlioy/)
- μεταφορικάπου η κατάρτισή τους στο αντικείμενό τους είναι ελλιπής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανερμάτιστος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνερμάτιστος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανερμάτιστος | ανερμάτιστη | ανερμάτιστο |
| Γενική | ανερμάτιστου | ανερμάτιστης | ανερμάτιστου |
| Αιτιατική | ανερμάτιστο | ανερμάτιστη | ανερμάτιστο |
| Κλητική | ανερμάτιστε | ανερμάτιστη | ανερμάτιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανερμάτιστοι | ανερμάτιστες | ανερμάτιστα |
| Γενική | ανερμάτιστων | ανερμάτιστων | ανερμάτιστων |
| Αιτιατική | ανερμάτιστους | ανερμάτιστες | ανερμάτιστα |
| Κλητική | ανερμάτιστοι | ανερμάτιστες | ανερμάτιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →