έρμα
•
- ναυτικός όροςτο βάρος που προστίθεται στο κύτος ενός πλοίου ή σκάφους για να αυξάνεται η ευστάθεια και η ισορροπία, ή στη λέμβο (το «καλάθι») αεροστάτου, για να ρυθμίζεται η ανύψωση· η σαβούρα Βικιλεξικό
- σιδηρόδρομοιτο ανυψωμένο υπόστρωμα χαλικιών μέσα στο οποίο τοποθετούνται οι στρωτήρες Βικιλεξικό
- μεταφορικάοι (ηθικές) αρχές που κατευθύνουν τη συμπεριφορά ή τη δράση κάποιου Βικιλεξικό
- σε οποιαδήποτε περίπτωση αυτό που μας ταλανίζει είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει ηθικό έρμα, εφημερίδα Τα Νέα
Ετυμολογία
έρμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕρμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έρμα | έρματα |
| Γενική | έρματος | ερμάτων |
| Αιτιατική | έρμα | έρματα |
| Κλητική | έρμα | έρματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →