Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανευλόγητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου δεν έχει ευλογηθεί Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοαστεφάνωτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανευλόγητος < μεσαιωνική ελληνική ἀνευλόγητος < αρχαία ελληνική εὐλογέω < εὖ + λέγω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανευλόγητοςανευλόγητηανευλόγητο
Γενικήανευλόγητουανευλόγητηςανευλόγητου
Αιτιατικήανευλόγητοανευλόγητηανευλόγητο
Κλητικήανευλόγητεανευλόγητηανευλόγητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανευλόγητοιανευλόγητεςανευλόγητα
Γενικήανευλόγητωνανευλόγητωνανευλόγητων
Αιτιατικήανευλόγητουςανευλόγητεςανευλόγητα
Κλητικήανευλόγητοιανευλόγητεςανευλόγητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →